| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
key ring, keyring n | (metal loop for holding keys) | μπρελόκ ουσ ουδ |
| | The keys on the guard's key ring jangled as he walked. |
key ring, keyring n | (computing: file of encryption keys) (πληροφορική, κρυπτογράφηση δεδομένων) | μπρελόκ κλειδιών φρ ως ουσ ουδ |
| | | δακτύλιος κλειδιών φρ ως ουσ αρσ |
| | | κλειδοθήκη ουσ θηλ |
key-ring, ring key n | (ancient key worn as a ring) | αρχαίο κλειδί που χρησιμοποιούνταν ως δαχτυλίδι |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
Ο όρος 'key ring' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: